Blog

July 1, 2015

A Complete Tidal Sensation

Tidal Preos D, Impulse και Contriva Diacera SE

 

Σε άλλη διάσταση

 

Την περασμένη δεκαετία παρακολουθήσαμε τη γέννηση της ultra hi-end σκηνής με μηχανήματα κατασκευασμένα χωρίς συμβιβασμούς κόστους, μηχανήματα που στοχεύουν στην πάταξη και της παραμικρής ατέλειας στην ποιότητα κατασκευής και την ηχητική απόδοση. Μπορεί σήμερα να φαίνεται ότι μεγάλο μέρος αυτής της σκηνής απευθύνεται σε άσχετους με το hi-fi εκατομμυριούχους από την Ασία ή όπου αλλού περισσεύουν μερικές εκατοντάδες χιλιάρικα για “σοβαρό σύστημα”, όμως αυτό δεν μπορεί και δεν πρέπει να επισκιάσει τη δίψα για ηχητική τελειότητα που πρεσβεύει αυτή η σκηνή. Το αυτί είναι ο τελικός κριτής, έτσι κι αλλιώς, και καθένας διαλέγει “τον παράδεισο που του αξίζει”, έχοντας να επιλέξει ανάμεσα σε μια πολύ μεγάλη πληθώρα προτάσεων που ξεκινούν από τα δέκα χιλιάρικα/συσκευή και φθάνουν πέραν του εκατομμυρίου. Κάποιος καλοπροαίρετος μουσικόφιλος, ακούγοντας τέτοιες τιμές, θα υπέθετε ότι όλα αυτά δεν μπορεί παρά να ακούγονται τέλεια αλλά δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα: συχνά, τέτοια συστήματα αποδίδουν χειρότερα κι από τα συνηθισμένα hi-end! Επειδή όμως γίνονται τόσες εκθέσεις, υπάρχουν πάμπολλα forum, blog και webzine, δεν είναι καθόλου εύκολο να καπελώσεις αυτή τη σκηνή επιβάλλοντας για καιρό την “πατάτα” σου, κι ας βάζεις τρελή διαφήμιση στα πιο γνωστά περιοδικά, απολαμβάνοντας έτσι το status του καταξιωμένου κατασκευαστή.  Αυτό το χόμπι, έτσι κι αλλιώς, δεν συγχωρεί και στο ultra hi-end επίπεδο είναι κάτι σαν αγώνας της F1: αν αύριο ακούσουμε κάτι φανερά καλύτερο από τον μέσο όρο, ακόμη κι αν αυτό είναι εντελώς άγνωστο, μεθαύριο θα έχει μαθευτεί σε όλο τον πλανήτη και λίγο αργότερα κάποιοι θα ζορίζουν το μυαλό τους να κατεβάσει ιδέες για να μην… κατεβάσουν ρολά!

Untitled-1

 

Emotion driven

DSCN1278Αυτή είναι και η περίπτωση με την γερμανική Tidal, η οποία κατάφερε να ξεχωρίσει εκείνα τα χρόνια και συνεχίζει να το κάνει σήμερα, φέρνοντας μια νέα νοοτροπία στη mainstream σκηνή των πολύδρομων ηχείων και των μεγάλης ισχύος solid state ενισχυτών. Αυτήν της ολότητας, που επιτρέπει την άμεση συναισθηματική εμπλοκή με το έργο, εν αντιθέσει με τα εντυπωσιακά “πυροτεχνήματα” σε επιμέρους τομείς που διασπούν το όλον και σε αναγκάζουν να προσέχεις τον ήχο. Ενώ λοιπόν στους περισσότερους κατασκευαστές αρκούσε να υιοθετήσουν κεραμικά διαφράγματα στα μιντρέιτζ και να βάλουν τουίτερ από βηρύλλιο ή διαμάντι, οι εν λόγω Γερμανοί κατάλαβαν εγκαίρως ότι ένα εξωτικό υλικό δεν μπορεί από μόνο του να κάνει τη διαφορά, αλλά θέτει ένα εντελώς νέο σετ προβληματισμών κατά τη σχεδίαση προκειμένου να αξιοποιηθεί, κάποτε ανυπέρβλητων. Καθώς  βρισκόμαστε στη δεύτερη δεκαετία του ultra hi-end, η Tidal όχι μόνο έχει δαμάσει τα κεραμικά μιντ και τα αδαμάντινα τουίτερ αλλά περνάει στην αντεπίθεση, παρουσιάζοντας ηχεία με μιντρέιτζ από διαμάντι! Η Tidal, εξάλλου, μπορεί να άργησε να μιλήσει και στον κρίσιμο τομέα του υλικού κατασκευής της καμπίνας, αλλά τώρα παρουσιάζει μια νέα γενιά ηχείων όπου το κάθε μοντέλο απολαμβάνει το δικό του custom υλικό. Το σύστημα που παρουσιάζουμε εδώ είναι βέβαια αντιπροσωπευτικό του ήχου της γερμανικής εταιρίας, όμως τα ηχεία Contriva Diacera SE είναι το απερχόμενο μοντέλο και έχουν καμπίνα από HP-MDF. Χρησιμοποιούν όμως τα πιο εξελιγμένα, μαύρα κεραμικά διαφράγματα για το 7ιντσο μιντρέιτζ και τα δύο 9ιντσα γούφερ, μαζί με το τουίτερ των 30 χιλιοστών από διαμάντι, όλα κατασκευασμένα από την Accuton με βάση τις προδιαγραφές της Tidal. Από την άλλη, το ενισχυτικό σετ είναι το τρέχον, με τον νέο εισαγωγικό προενισχυτή Preos D με τον ενσωματωμένο NOS DAC και τον δικάναλο τελικό ενισχυτή Impulse, εξοπλισμένο με τον διακόπτη “Speaker Control” που, πιθανόν, επενεργεί στον κλάδο της ανάδρασης: η θέση Α είναι πιο αφράτη στο μπάσο και πιο διάφανη και απαλή στα πρίμα και η θέση Β πιο σφιχτή χαμηλά, με τη λεπτομέρεια πιο κοντά στον ακροατή. Οι διαφορές Α και Β δεν είναι ακριβώς μέρα-νύχτα, ούτε λυχνία-τρανζίστορ, όμως κινούνται σε αυτή την κατεύθυνση.

Η ακρόαση αυτή έγινε με τη βοήθεια του γνωστού network player/music server X100 της Aurender που έδωσε σήμα στον DAC του Preos D, με στήριξη σε ρακ της Copulare και με καλώδια της Argento, στο χώρο πελάτη της αντιπροσωπείας Obscure Audio. Αξίζει να σημειωθεί ότι το κανονικό σύστημα του πελάτη περιλαμβάνει τα ηχεία Contriva μαζί με το σετ προ/τελικού, Director και Glory, της Sovereign. H ακρόαση έγινε σε δύο session, πρώτα με τον Preos D μαζί με τον Glory και μετά με το πλήρες σετ της Tidal.

DSCN1255

 

 

Μονόδρομος

Πρίν από αυτή την ακρόαση, είχα πάρει μια καλή γεύση του ίδιου συστήματος στην έκθεση Ήχος-Εικόνα του 2014, όπου πλαισιώθηκε από ένα ακριβό ψηφιακό σετ της MSB. Ενώ μπορώ από μνήμης να σχολιάσω ότι τα μεσαία και τα πρίμα ήταν αισθητά πιο ανοιχτά και περιγραφικά σε σχέση με τον player/server της Aurender, υπήρχαν τότε κάποια θέματα από τη μέση του φάσματος και κάτω που, σύμφωνα με τον αντιπρόσωπο, οφείλονταν στα άστρωτα MSB (και, φυσικά, τις μέτριες συνθήκες ρεύματος που συνήθως επικρατούν στις εκθέσεις). Αυτή τη φορά δεν είχαμε κάτι άστρωτο, όμως η πρώτη φάση της ακρόασης δεν ήταν ιδιαίτερα πειστική. Παρέα με τον τελικό της Sovereign, το σύστημα αυτό το έλεγες μεν εντυπωσιακό στα επιμέρους, όμως εμφανιζόταν αναλόγως προγράμματος έως και ελαφρά χρωματισμένο. Ενώ ήταν πολύ γρήγορο, με εντυπωσιακό χαμηλό σε παρουσία, ακλόνητη εστίαση και άφθονη λεπτομέρεια, μπορούσες να ακούσεις την μεγάλη καμπίνα του ηχείου να αφήνει την υπογραφή της στις κατώτερες μεσαίες, τις μεσοϋψηλές να προκύπτουν στεγνές και ελαφρά επιθετικές και τα πρίμα να υπολείπονται σε “πολύχρωμο” αέρα με καλή πυκνότητα αρμονικών, όντας πιο “ασπρόμαυρα”. Όπως μας διαβεβαιώνει η Tidal, διόλου δεν ακούσαμε την ενοχλητική χροιά του συντονισμού από τα κεραμικά διαφράγματα ή “ήχο διαμαντού” ξεκομμένο από το υπόλοιπο ηχείο, όμως από το σύνολο έλλειπε διαφάνεια, συνοχή, μουσική έκφραση και ρευστότητα στις μεταβατικές και η εμπειρία, τελικά, δεν ήταν αντάξια της υψηλής τιμής του. Τα πάντα άλλαξαν στη δεύτερη φάση της ακρόασης, όταν την θέση του τελικού κατέλαβε ο Impulse. Σαφώς μιλάμε για μεγάλη διαφορά τιμής ανάμεσα στα Tidal και τα Sovereign (πάνω από το διπλάσιο κόστος), όμως είναι λάθος να πιστέψει κανείς ότι ένα ηχείο των 40 χιλιάδων θέλει απαραίτητα ενισχυτές των 50 χιλιάδων για να αποδώσει τα δέοντα. Στην Tidal, άλλωστε, θεωρούν το Contriva ικανό να παίξει καλά ακόμη και με SET των 20W! Από την άλλη, ο ενισχυτής τους δίνει 190W και αντέχει να δώσει πάνω από 700W σε αντιστάσεις-σοκ κάτω των 2Ω. Πώς συνδυάζονται αλήθεια αυτά τα δύο; Ενώ θα περίμενε κανείς ότι ένα τέτοιο powerhouse θα ακουστεί κάπως άτεχνο με ηχεία που έχουν ταλέντο στην ομοιογένεια, τη ροή, την απόδοση της φάσης και των ταχέων μεταβατικών, δηλαδή στο χρονισμό, συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Το ηχείο αμέσως ηρέμησε στην ατάκα του, έγινε πιο ανάλαφρο και ντελικάτο στα σβησίματα, πήρε ρευστότητα και διαφάνεια σε όλο το φάσμα και απέκτησε πολύ μεστή έκφραση, με σωστές “ανάσες” και παύσεις και ελεύθερους κυματισμούς στις φωνές και τα πνευστά, δηλαδή ακόμη καλύτερη ομοιογένεια σε δυναμικές συνθήκες. Ίσως στη θέση Α, που προτίμησα λόγω της μεγαλύτερης ελευθερίας στις ταχύτητες και αμεσότητας στη ροή, το βαθύ χαμηλό να ήταν ένα κλικ πιο μαλακό από το ιδεώδες και λιγότερο επιβλητικό από την οδήγηση του Sovereign (στη θέση Β αυτό εξαφανίζεται), όμως τώρα δεν υπήρχε ίχνος καμπίνας και το μόνο που ακουγόταν εκτός προγράμματος ήταν κάποιοι τυπικοί συντονισμοί του χώρου σε μεγάλες στάθμες.

DSCN1307Δεν έχω συνηθίσει τέτοια μεταμόρφωση σε πολύδρομα ηχεία: συνήθως αρκούν τα σωστά, σε ποιότητα και ποσότητα, watt για να “ξυπνήσουν” τα πιο δύστροπα από αυτά αλλά μέχρι εκεί. Σε αυτή την περίπτωση, όμως, η αλλαγή στον ήχο των Contriva μου θύμισε ηχείο υψηλής ευαισθησίας με ελάχιστο φίλτρο, που απορρίπτει 9 στους 10 push-pull, ως χοντροκομμένους και απότομους, και προτιμάει τα τριοδικά single-ended ενισχυτικά χωρίς ανάδραση. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως η μουσική εμπειρία που μας προσέφερε το πλήρες σύστημα της Tidal μου θύμισε έντονα, σε επίπεδο ατμόσφαιρας και μεταβατικών, το επίσης ταιριασμένο αλλά εντελώς μινιμαλιστικό σύστημα Ocellia Calliope.30 Sig./Quaero 300Β.

tidal+peΈχουμε λοιπόν ένα περίφημο σύστημα ως κατασκευή και απόδοση, που πράγματι αξίζει τα χρήματα που ζητάει, όμως δύσκολα τα επιμέρους συστατικά του θα αντέξουν σ’ένα τυχαίο mix&match. Τα Tidal σε βάζουν σε ένα δρόμο ελάχιστα περπατημένο μα αφάνταστα σαγηνευτικό, που αργά ή γρήγορα συνειδητοποιείς ότι είναι… μονόδρομος! Και είναι λογικό. Από τη μία, υπάρχει αυτός ο τελικός που δεν φοβάται τις μεμβράνες και τις πολύ χαμηλές αντιστάσεις, όμως παίζει περισσότερο σαν single-ended και, ενώ θυμίζει αρκετά την φιλοσοφία των μεγάλων Pass, ακούγεται ακόμη πιο ρευστός και ελεύθερος. Από την άλλη, υπάρχει αυτό το ηχείο που, αν και τρίδρομο, ικανό για μεγάλες στάθμες και διαχείριση μεγάλης ισχύος, αρνείται να “διασπαστεί” λες και είναι μονόδρομο και αμέσως προδίδει τα χρονικά λάθη των ισχυρών ενισχυτών. Δεν αμφιβάλλω ότι θα παίξει πολύ καλά με έναν SET με 845 ή 211, όμως δεν είναι τόσο ευαίσθητο ώστε να αξιοποιηθεί πλήρως. Τα δυο τους κουμπώνουν άψογα, παρέχοντας πολύ χαμηλούς χρωματισμούς, πλήρες φάσμα με εξαιρετικές δυναμικές, ανάλυση και σπουδαία περιγραφή ανεξαρτήτως στάθμης, διατηρούν όμως τη μουσική έκφραση πάντα σε ρόλο πρωταγωνιστή κι αυτό είναι που μετράει περισσότερο σε βάθος χρόνου. Όπως όλα δείχνουν, ο δρόμος της Tidal προσδιορίζει το απόλυτο fusion ανάμεσα στη mainstream σχολή και τον ακραίο μινιμαλισμό. Κάποτε νόμιζα ότι αυτοί οι δύο κόσμοι έχουν ένα αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ τους, αλλά τα Tidal αποδεικνύουν ότι στο ultra hi-end όλα είναι δυνατά…

b11-DSCN1306

Paris Kotsis

pariskotsis@gmail.com

Events
About admin